Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Τώρα τελευταία, πολύ συχνά, αναρωτιέμαι πόσο πόνο μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα και σε ποια έκταση. Κάθε φορά που πονάς πιο δυνατά από την προηγούμενη λες "δεν μπορεί να υπάρξει πιο δυνατός από αυτή τη φορά". Κι όμως υπάρχει. Τελικά συνηθίζεις ή έχεις δυνάμεις για να τον αντέξεις; Κάθεσαι ακίνητος και τον υπομένεις στωικά ή τινάζεσαι και ουρλιάζεις;
Αφήνεσαι στα χέρια των άλλων, που δουλειά τους είναι να γιατρεύουν τον πόνο, αλλά ξέρεις πολύ καλά, ότι θα γιατρέψουν τον πόνο με πόνο. Ένα επαγγελματικό χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη τους, τα μάτια τους δεν έχουν κανένα συναίσθημα, τα χέρια τους δεν πιάνουν ένα ανθρώπινο σώμα αλλά ένα αντικείμενο που δεν έχουν καμία σχέση μαζί του. Οι κινήσεις τους γρήγορες, βιαστικές, να ξεμπερδέψουν με συνοπτικές διαδικασίες. Και κάποιες φορές ένα τυπικό χτύπημα στον ώμο και ένα ηλίθιο σχόλιο. Πόσο ψεύτικοι είναι. Μετά σε αφήνουν και κάνουν πλακίτσα με τον συνάδελφο λες και δεν υπάρχεις, μιλάνε σαν να είσαι αόρατος, σαν να μην είσαι εκεί. Μέχρι που αναρωτιέσαι αν όντως είσαι εκεί. Αν είναι αλήθεια ή εικονική πραγματικότητα. Ο καινούριος πόνος που ξεκινά σου θυμίζει ότι είναι αλήθεια αυτό που ζεις. Εκείνη την ώρα θέλεις κάποιον, οποιονδήποτε, να του σφίξεις το χέρι. Δεν υπάρχει κανείς, οπότε σφίγγεις το μπράτσο της πολυθρόνας. Βλέπεις τις ασπρίλες από τα σημάδια που αφήνουν τα νύχια σου. Όχι, δεν σε νοιάζει αν καταστρέψεις κάτι που δεν είναι δικό σου. Ο μόνος ήχος ζωής είναι τα νύχια σου και αυτή που σχολιάζει την συνάδελφο της άλλης βάρδιας. Αυτοί όμως δεν ακούν τους ήχους από τα νύχια σου. Και εσύ τους κοιτάς και δε μιλάς. Φυλακίζεις πίσω από τα χείλη τη γλώσσα σου για να μην τους παρακαλέσεις, για να μην τους βρίσεις, για να μην τους ενοχλήσεις. Φυλακίζεις πίσω από τα χείλη τα δόντια σου γιατί θέλεις να δαγκώσεις δυνατά. Τελικά καταλήγεις να δαγκώνεις τα χείλη σου. Καταπίνεις το αίμα, είναι και αυτό μια στοματική ασχολία που σε εμποδίζει να μιλήσεις.
Και απλά περιμένεις να τελειώσει η διαδικασία.
Μετά από ώρα συνειδητοποιείς ότι το σώμα σου είναι τόσο πολύ μουδιασμένο, ώστε να μην το νιώθεις. Δεν νιώθεις τίποτα. Σηκώνεσαι, περπατάς και νιώθεις ότι δεν ελέγχεις το σώμα σου. Καταλαβαίνεις ότι δεν πονάς αλλά δεν σου προκαλεί κανένα συναίσθημα. Σαν να είσαι στο σώμα κάποιου άλλου. Σκέφτεσαι μόνο ότι επιτέλους μπορείς να φύγεις, ότι είσαι ελεύθερος. Αυτὀ βέβαια θα διαρκέσει για λίγο, μέχρι τη στιγμή που η σκέψη ότι και αύριο θα γίνει πάλι το ίδιο, θα κάνει την εμφάνισή της. Τη διώχνεις όμως γρήγορα από μπροστά σου, φέρνοντας στο νου σου πράγματα που σε κάνουν ευτυχισμένο. Από παραμύθια μέχρι αλήθειες. Σε αυτό το παιχνίδι όλα επιτρέπονται. Τώρα βάζεις εσύ τους όρους.
Θέλεις να βρεθείς με κόσμο, θέλεις να νιώσεις ζωντανός. Δεν θες να πας σπίτι, όπως σε έχουν συμβουλέψει να κάνεις. Θέλεις να δεις τις δυνάμεις σου. Δεν αλλάζεις το πρόγραμμά σου και τις συνήθειές σου, γιατί πρέπει να πιστέψεις ότι όλα είναι όπως πριν. Πριν εμφανιστεί ο πόνος. Η μόνη διαφορά με πριν είναι ότι τώρα σε ότι κάνεις έχεις την παρέα του. Αλλά δεν του δίνεις σημασία. Είσαι ικανός εκείνη την ώρα να ξεπεράσεις τα όριά σου, γιατί θέλεις εσύ να κάνεις κουμάντο στον εαυτό σου, όχι αυτός. Τον αντιμετωπίζεις σαν κάποιον που δεν θέλεις αλλά πρέπει να συνυπάρξεις μαζί του στον ίδιο χώρο. Περνάς την πόρτα, βγαίνεις στον ήλιο, χαμογελάς και τώρα πραγματικά νιώθεις ότι ξεκινάει η μέρα σου.
Αργά, όσο μπορείς πιο αργά, επιστρέφεις στο σπίτι σου. Γδύνεσαι και κοιτάζεις το σώμα σου στον καθρέφτη. Κοιτάς τις αλλαγές, τις μελανιές. Κάθε μέρα και μία. Σαν ημερολόγιο. Οι παλιές είναι κίτρινες, οι άλλες μωβ, η σημερινή κόκκινη. Αύριο θα αρχίσει να γίνεται μωβ και αυτή και μια ακόμα κόκκινη θα προστεθεί δίπλα της. Παρατηρείς ότι οι ρυτίδες στο πρόσωπό σου κάθε μέρα γίνονται και πιο έντονες. Περνάς τα δάχτυλά σου από πάνω τους και κοιτάς το είδωλό σου. Δεν αντέχεις να το κοιτάς για πολύ, κάθεσαι στο χείλος της μπανιέρας και αρχίζεις να κλαις. Κλαις με λυγμούς, ένας βαθύς βόγγος βγαίνει από μέσα σου. Είναι από το πρωί εκεί, δεν μπορείς να τον κρατήσεις άλλο φυλακισμένο. Είναι μια μαχαιριά που σου καρφώνει το στήθος. Ουρλιάζεις. Επιτέλους ουρλιάζεις. Είσαι μόνος δεν υπάρχει κανείς, θες κάποιον αλλά δεν υπάρχει. Ξαφνικά συνειδητοποιείς όλη μέρα ήσουν με κόσμο, γιατί φοβόσουν ακριβώς αυτή τη στιγμή. Την καθυστέρησες όσο μπορούσες. Σηκώνεσαι από το χείλος της μπανιέρας, κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέπτη. Δάκρυα, σάλια, μύξες, άσχημο πρόσωπο. Δεν πιστεύεις ότι είναι δικό σου. Έχεις ήδη καταρρεύσει. Και ένα ερώτημα καρφώνεται στο μυαλό σου. Όλη μέρα προσπάθησες να ξεπεράσεις τα όριά σου, αλλά το έκανες με την λογική ότι θα τα καταφέρεις ή με την λογική να τελειώνουν όλα μια ώρα αρχίτερα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου