Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Reage Pauline: Histoire d’ O


[…] Της έβαλαν λοιπόν τούτο το κολιέ κι αυτά τα βραχιόλια στο λαιμό και τους καρπούς της κι έπειτα ο άντρας της είπε να σηκωθεί. Κάθισε στη θέση της πάνω στο σκαμνί με τη γούνα και την έφερε κοντά προς τα γόνατά του, πέρασε το γαντοφορεμένο χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της κι επάνω στα στήθη της και της εξήγησε πως το ίδιο βράδυ θα τη παρουσίαζαν, έπειτα από το δείπνο που θα το 'παιρνε μόνη της. Πράγματι, δείπνησε μόνη της, πάντα γυμνή, σ' ένα είδος μικρού γραφείου, όπου έν αόρατο χέρι της έφερνε φαγητά από μια θυρίδα. Όταν τέλειωσε το δείπνο οι δυο γυναίκες ήρθαν να τη πάρουν. Στο μπουντουάρ, τοποθέτησαν μαζί πίσω στη πλάτη της, τους δυο χαλκάδες των βραχιολιών της, της έβαλαν πάνω στους ώμους πιασμένη μ' ένα κολιέ, μια μακριά κόκκινη κάπα, που τη κάλυπτε ολάκερη, αλλά που άνοιγε όταν περπατούσε, αφού δε μπορούσε να τη συγκρατήσει γιατί είχε δεμένα τα χέρια της πίσω στη πλάτη. Μια γυναίκα προχωρούσε μπροστά της κι άνοιγε τις πόρτες, η άλλη την ακολουθούσε και τις ξανάκλεινε. Διασχίσαν ένα διάδρομο, δυο σαλόνια και μπήκανε στη βιβλιοθήκη, όπου τέσσερεις άντρες παίρνανε τον καφέ τους. Φορούσαν τις ίδιες μεγάλες ρόμπες όπως κι ο πρώτος, ήσαν όμως δίχως μάσκες. Ωστόσο δε πρόφτασε η Ο να διακρίνει αν ήταν κι ο εραστής της ανάμεσά τους (ήτανε πράγματι) γιατί ένας εξ αυτών έστρεψε προς το μέρος της ένα προβολέα που τη τύφλωνε.
Όλοι μείναν ακίνητοι, οι δυο γυναίκες ζερβόδεξα κι οι άντρες απέναντι που τη κοίταζαν. Έπειτα ο προβολέας έσβησε κι οι γυναίκες φύγανε. Ξανάβαλαν όμως πάλι ένα πανί στα μάτια της Ο. Τότε τη βάλανε να περπατήσει, κάπως σκοντάφτοντας κι αισθάνθηκε να βρίσκεται μπρος σε μεγάλη φωτιά, εκεί που κάθονταν οι τέσσερις άντρες: αισθανόταν τη θερμότητα κι άκουγε στη σιγαλιά το θόρυβο που κάμανε καίγοντας τα ξύλα. Ήταν απέναντι από τη φωτιά. Δυο χέρια σηκώσανε τη κάπα της, άλλα δυο γλιστρήσανε κατά μήκος του κορμιού για να ελέγξουνε το δέσιμο των βραχιολιών: δεν ήτανε γαντοφορεμένα κι εν απ' αυτά μπήκε μέσα της κι από τις δυο μεριές ταυτόχρονα, τόσον απότομα που 'βγαλε μια κραυγή. Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος είπε:
-"Ας τη γυρίσουμε να δούμε τα στήθη και τη κοιλιά".
Τη γυρίσανε κι η ζέστη της φωτιάς γινόταν αισθητή στη μέση της. Ένα χέρι της έπιασε το 'να στήθος, ένα στόμα της έπιασε την άκρη του άλλου. Όμως ξαφνικά έχασε την ισορροπία της κι έπεσε προς τα πίσω, κρατημένη -από ποια άραγε χέρια;- ενώ εν τω μεταξύ τις άνοιγαν τα πόδια και τα χείλη, ελαφρά, αισθάνθηκε μαλλιά ανάμεσα στα μπούτια της. Άκουσε να λένε πως έπρεπε να τη βάλουνε να γονατίσει. Έτσι κι έγινε. Αισθανόταν πολύ άσχημα έτσι γονατιστή και πιότερο γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσει τα γόνατά της και γιατί τα δεμένα στη πλάτη χέρια της τη κάνανε να γέρνει κάπως εμπρός. Της επέτρεψαν τότε να σκύψει λίγο προς τα πίσω, μισοκαθισμένη στις φτέρνες, όπως κάμουν οι καλόγριες.
-"Δεν την έχετε ποτέ δέσει";
-"Όχι ποτέ".
-"Ούτε μαστιγώσει";
-"Ποτέ, αλλ’ ακριβώς...", απαντούσεν ο εραστής της.
-"Ακριβώς", είπεν η άλλη φωνή, "αν τη δένατε που και που, αν τη μαστιγώνατε λιγάκι κι αν αυτό της άρεσε!... Αυτό που χρειάζεται είναι να ξεπεραστεί η στιγμή όπου θα αισθανόταν ευχαρίστηση για να προκληθούνε δάκρυα". […]

Εκδόσεις: Μαστορίδη
Μετάφραση: Δανιήλ Μαστορίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου